Η έννοια της «θερμικής γέφυρας» είναι μια βασική έννοια στην επιστήμη των κτιρίων και τη μεταφορά θερμότητας, και περιγράφει μια τοπική περιοχή σε μια κατασκευή κτιρίου όπου η θερμότητα διέρχεται πιο εύκολα από ό,τι στα περιβάλλοντα υλικά λόγω υψηλότερης θερμικής αγωγιμότητας. Φανταστείτε το ως μια «συντομότερη διαδρομή» για τη θερμική ενέργεια να διασχίσει ένα θερμικό φράγμα. Σε ένα καλά μονωμένο τοίχωμα, η μόνωση παρέχει υψηλή αντίσταση στη μεταφορά θερμότητας. Ωστόσο, αν ένα υλικό με υψηλή αγωγιμότητα, όπως ένας μεταλλικός στύλος ή μια κολώνα από σκυρόδεμα, διαπερνά το στρώμα μόνωσης, δημιουργεί μια διαδρομή με χαμηλότερη αντίσταση. Αυτή είναι η θερμική γέφυρα. Ο αντίκτυπος δεν είναι απλώς μια μικρή αύξηση της απώλειας ενέργειας· είναι ένα εντοπισμένο και συχνά σοβαρό ελάττωμα. Η επιστημονική αρχή διέπεται από τον Νόμο του Fourier για τη θερμική αγωγιμότητα, σύμφωνα με τον οποίο ο ρυθμός μεταφοράς θερμότητας είναι ανάλογος της αγωγιμότητας του υλικού και της εγκάρσιας διατομής, και αντιστρόφως ανάλογος του μήκους της διαδρομής. Σε μια θερμική γέφυρα, η υψηλή αγωγιμότητα του υλικού (π.χ. του αλουμινίου στα 160 W/m·K σε σύγκριση με τη μόνωση στα 0,03 W/m·K) προκαλεί μια δραματική τοπική αύξηση της ροής θερμότητας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα χαμηλότερη θερμοκρασία στην εσωτερική επιφάνεια της γέφυρας σε σύγκριση με τις διπλανές μονωμένες περιοχές. Όταν η θερμοκρασία αυτής της επιφάνειας πέσει κάτω από το σημείο δρόσου, συμβαίνει συμφύκνωση, με όλους τους σχετικούς κινδύνους για μούχλα και φθορά των υλικών. Επομένως, η κατανόηση της έννοιας της θερμικής γέφυρας ξεπερνά τον απλό ορισμό· περιλαμβάνει την αναγνώριση της φυσικής της αιτίας, των βλαπτικών επιπτώσεών της στην απόδοση του κτιρίου, στην υγεία των κατοίκων και στην ενεργειακή απόδοση, καθώς και την κρίσιμη σημασία του σχεδιασμού για την αποφυγή ή την ελαχιστοποίησή της μέσω αρχών θερμικής συνέχειας.