Η θερμική γέφυρα ορίζεται ως ένα τοπικό φαινόμενο σε μια κατασκευή κτιρίου, όπου παρατηρείται σημαντικά αυξημένη μεταφορά θερμότητας λόγω υλικών με υψηλή θερμική αγωγιμότητα που διαπερνούν ή παρακάμπτουν το στρώμα θερμικής μόνωσης. Πρόκειται για μια ασυνέχεια στη διαφορετικά ομοιόμορφη θερμική αντίσταση ενός τοίχου, οροφής ή δαπέδου. Αυτή η διακοπή δημιουργεί μια διαδρομή ελαχίστης αντίστασης για τη ροή της θερμότητας. Ο επίσημος ορισμός βασίζεται στη σύγκριση μεταξύ της προβλεπόμενης, μονωμένης κατασκευής και της κατασκευής που επηρεάζεται στο σημείο της θερμικής γέφυρας. Το βασικό μέγεθος είναι η γραμμική θερμική διαπερατότητα, ή τιμή Psi (Ψ), η οποία ποσοτικοποιεί την επιπλέον απώλεια θερμότητας ανά μέτρο μήκους της θερμικής γέφυρας, πέρα από αυτή που υπολογίζεται για τις ομαλές περιοχές. Η διαδικασία ορισμού της θερμικής γέφυρας περιλαμβάνει επίσης την κατανόηση των δύο βασικών τύπων: τις επαναλαμβανόμενες θερμικές γέφυρες, που εμφανίζονται σε κανονικά διαστήματα (όπως οι κατακόρυφοι ιστοί σε ξύλινο πλαίσιο τοίχου), και τις μη επαναλαμβανόμενες (ή γεωμετρικές) θερμικές γέφυρες, που εμφανίζονται σε συνδέσεις όπως γωνίες ή γύρω από ανοίγματα. Ο ορισμός δεν είναι πλήρης χωρίς την αναγνώριση των συνεπειών: αυξημένη κατανάλωση ενέργειας, μειωμένες θερμοκρασίες της εσωτερικής επιφάνειας, κίνδυνος συμφόρησης, καθώς και επιδείνωση της άνεσης και της υγείας των ενοίκων. Ως εκ τούτου, ο ορισμός της θερμικής γέφυρας αποτελεί τη διατύπωση μιας κρίσιμης παθολογίας κτιρίου, η οποία απαιτεί ειδική παρέμβαση στο σχεδιασμό, προκειμένου να εξασφαλιστεί η κατασκευή αποδοτικών, ανθεκτικών και υγιεινών κτιρίων.